Τρίτη, 29 Αυγούστου 2017

Gary Winogrand. Μεγάλος δάσκαλος της φωτογραφίας δρόμου.



Θεωρήθηκε ο δάσκαλος της φωτογραφίας του δρόμου, και ο "επίσημος" φωτογράφος της αμερικάνικης μεσαίας τάξης των 60's.

 







Ο G. Winogrand γεννήθηκε στη Ν. Υόρκη το 1928 και ξεκίνησε να φωτογραφίζει το 1946, όταν υπηρετούσε στην Π. Αεροπορία των ΗΠΑ. Το 1947 σπούδασε ζωγραφική στο City College της Ν. Υόρκης και τον επόμενο χρόνο φωτογραφία στο Columbia University. 

Από το 1952 έως το 1969 δούλεψε ως ελεύθερος επαγγελματίας φωτογράφος, και συνεργάστηκε με το πρακτορείο Ptix καθώς και το Brackman Associates. Η δουλειά του εκείνη την περίοδο παρουσιάζεται συχνά σε περιοδικά ευρείας κυκλοφορίας όπως το Colliers και το Sports Illustrated.

Από την αρχή της δεκαετίας του ’60, η φωτογραφική δουλειά του G. Winogrand είχε αρχίσει ήδη να αναγνωρίζεται. Οι φωτογραφίες του τύπου «φωτορεπορτάζ» με εικόνες της καθημερινής ζωής της τότε Αμερικής, τον αναγνώρισαν ως έναν από τους ιστοριογράφους της εποχής του.  

Ο Winogrand δούλεψε σχεδόν αποκλειστικά με 35mm κάμερες. Όπως είναι πολύ εύκολο να παρατηρήσει κανείς, ο τρόπος του, το στύλ του και η άποψή του για τη φωτογραφία δεν είναι καθόλου συμβατικός. Χρησιμοποίησε ευρυγώνιους φακούς και στραβά κάδρα καταφέρνοντας όμως να δημιουργήσει φωτογραφία, χωρίς βέβαια να ακολουθήσει τους τυποποιημένους και εύκολους κανόνες.
Το 1984 πεθαίνει σε ηλικία 56 ετών, κι αφήνει πίσω του πάνω από 250.000 καρέ φωτογραφιών σε φιλμ που δεν τυπώθηκαν ποτέ.

Φωτογράφιζε ασταμάτητα. Σχεδόν εμμονικά.













Σάββατο, 19 Αυγούστου 2017

Παγκόσμια Ημέρα Φωτογραφίας


Χρόνια πολλά σε όλους τους φωτογράφους! 


Ένα «κλικ» του φωτογράφου, επαγγελματικό ή μη, και σταμάτησε ο χρόνος, η στιγμή πάγωσε και αιχμαλωτίσθηκε για πάντα…







Η 19η Αυγούστου είναι η Παγκόσμια Ημέρα Φωτογραφίας, μια διεθνής γιορτή προς τιμήν της ανακάλυψης της φωτογραφίας!

Δεν έχει σημασία ποιος είσαι, από πού είσαι, αν έχεις ταλέντο ή όχι, αν έχεις γνώσεις ή τι εξοπλισμό διαθέτεις. Η φωτογραφία βοηθά να ανοίξουμε την καρδιά, τον νου και τα μάτια μας και να αντικρίσουμε όλες τις δυνατότητες που παρέχει η φωτογραφία, να δείξουμε στον  θεατή τον  κόσμο μέσα από την δική μας ματιά!

Η ιστορία πίσω από την Παγκόσμια Ημέρα Φωτογραφίας 

Πώς ορίστηκε η 19 Αυγούστου ως «Παγκόσμια Ημέρα Φωτογραφίας»;

Οι εφευρέτες Joseph Nicephore Niepce και Louis Daguerre, εφηύραν το 1837, μια μέθοδο αποτύπωσης εικόνας πάνω σε επαργυρωμένο χαλκό, η οποίο ονομάστηκε Δαγκεροτυπία και είναι ο προάγγελος της φωτογραφίας. Δύο χρόνια αργότερα, η Γαλλική Κυβέρνηση κατοχύρωσε την ευρεσιτεχνία και παρουσίασε την εφεύρεση λέγοντας πως πρόκειται για ένα δώρο « ελεύθερο για τον κόσμο».

Εδώ καλό θα ήταν να αναφερθεί ότι η Δαγκεροτυπία δεν ήταν η πρώτη μόνιμη φωτογραφική εικόνα καθώς το 1826, ο Nicephore Niepce αποτύπωσε την πρώτη γνωστή μόνιμη φωτογραφία, αναπαράγοντας εικόνες με τη βοήθεια του ηλιακού φωτός, γεγονός που οδήγησε να ονομαστεί η τεχνική Ηλιοτυπία.

Επειδή όμως, η Γαλλική κυβέρνηση στις 19 Αυγούστου του 1839, έδωσε ελεύθερα στον κόσμο την ευρεσιτεχνία της Δαγκεροτυπίας, που ήταν η πρώτη πρακτική και εμπορική φωτογραφική διαδικασία, ορίστηκε αυτή ως Παγκόσμια Ημέρα Φωτογραφίας.

Μπορεί η τεχνολογία να έχει προχωρήσει αρκετά και  ακόμα και κάποιος που έχει ασχοληθεί ελάχιστα να βγάζει αρκετά άρτιες φωτογραφίες, οι πρώτες που τραβήχτηκαν όμως αποτελούν σημαντικό αρχείο αλλά και πηγή έμπνευσης για τους λάτρεις. 







Παρασκευή, 18 Αυγούστου 2017

Helmut Newton: Ο Φωτογράφος που Λάτρεψε όσο Κανείς το Γυμνό Σώμα


O Χέλμουτ Νιούτον γεννιέται ως Helmut Neustadter στις 31 Οκτωβρίου 1920 στο Βερολίνο της Γερμανίας μέσα σε αστική οικογένεια εβραϊκής καταγωγής: ο πατέρας του είχε μια μονάδα παρασκευής κουμπιών και παρείχε στην οικογένειά του άνετη ζωή. Ο μικρός Χέλμουτ φοιτεί σε ιδιωτικά σχολεία του Βερολίνου, αν και δεν έχει καμία διάθεση να μάθει γράμματα. Είχε πέσει στα χέρια του η πρώτη του φωτογραφική μηχανή ήδη από την ηλικία των 12 ετών και μαγεύτηκε να βλέπει τον κόσμο μέσα από το βιζέρ. Εγκατέλειψε έτσι το μόνο σχολείο (Αμερικανικό Σχολείο) που δεν τον είχε διώξει και έβαλε σκοπό να γίνει φωτογράφος. Η προσκόλλησή του στα κορίτσια και τη φωτογραφία δεν του άφηνε μυαλό για γράμματα.


Κατάφερε μάλιστα να τρυπώσει το 1936 στο ατελιέ της φημισμένης φωτογράφου μόδας Else Simon (γνωστή στα πέρατα του κόσμου ως Yva), στο πλάι της οποίας διδάχθηκε όλα τα μυστικά της τέχνης. Ήταν όμως τα ζοφερά χρόνια της ανόδου του ναζισμού στη Γερμανία και η μοίρα είχε τις δικές της βουλές για την εβραϊκή οικογένεια: ο πατέρας του δεν μπορούσε να λειτουργεί πια την επιχείρησή του και το 1938 κλείστηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Ήταν, λοιπόν, ώρα όσοι γλίτωσαν να εγκαταλείψουν τη ναζιστική Γερμανία: οι συγγενείς του καταφεύγουν στη Χιλή και περιμένουν να συμπληρώσει ο έφηβος Χέλμουτ το 18ο έτος της ηλικίας του ώστε να μπορεί να βγάλει διαβατήριο. Καταρρακωμένος αυτός από τη δολοφονία της εβραίας Yva από τα τάγματα εφόδου των ναζί την ίδια χρονιά (1938), παίρνει παραμάσχαλα τις δύο φωτογραφικές μηχανές του και ακολουθεί τα καραβάνια των προσφύγων του ναζιστικού καθεστώτος. Αντί για τη Χιλή, όμως, αποβιβάζεται στη Σιγκαπούρη. Μαγεμένος από το εξωτικό τοπίο, αποφασίζει να μη συνεχίσει το ταξίδι μέχρι τη Λατινική Αμερική και να παραμείνει εκεί. Και πράγματι βρίσκει δουλειά ως φωτορεπόρτερ στην εφημερίδα “Straits Times”.


Μόλις όμως δύο βδομάδες αργότερα θα τον πετάξουν εκτός δουλειάς! Τότε είναι που βρίσκει τον φύλακα-άγγελό του, μια ευκατάστατη ηλικιωμένη γυναίκα (Josette) που τον παίρνει υπό την προστασία της. Ο Χέλμουτ άνοιξε στη Σιγκαπούρη το πρώτο του φωτογραφικό στούντιο (το «Marquis»), αν και οι δουλειές μόνο καλά δεν πήγαιναν. Η μοίρα επιφύλασσε όμως κι άλλους διωγμούς για τον ίδιο.


Το 1940 οι βρετανικές αποικιοκρατικές δυνάμεις του νησιού τον χαρακτήρισαν «επικίνδυνο μετανάστη» (ήταν γερμανικής καταγωγής, μην το ξεχνάμε) και τον ξαπέστειλαν σε στρατόπεδο εργασίας στην Αυστραλία. Αφού πέρασε δύο χρόνια στο στρατόπεδο, μοναδική διέξοδος ήταν να καταταγεί στον αυστραλιανό στρατό καταμεσής του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Όπως και έκανε τελικά για να γλιτώσει από τον εγκλεισμό, υπηρετώντας ως οδηγός φορτηγού καθ’ όλη τη διάρκεια του παγκόσμιου πολέμου. Μετά το τέλος των αιματοβαμμένων συγκρούσεων, πήρε την πολυπόθητη αυστραλιανή υπηκοότητα, αλλάζοντας το όνομά του από Neustadter σε Newton. Την επόμενη χρόνια, το 1946, ίδρυσε το πρώτο του φωτογραφικό ατελιέ στη Μελβούρνη, με σκοπό να εργαστεί στον χώρο της μόδας και της στουντιακής φωτογραφίας.


Το 1948 παντρεύεται την αυστραλή ηθοποιό και μοντέλο June Browne, γνωστή με το καλλιτεχνικό της ψευδώνυμο June Brunell, στο πλάι της οποίας θα περάσει το υπόλοιπο της ζωής του. Αξιόλογη φωτογράφος και η ίδια, θα γινόταν γνωστή ως Alice Springs και το φωτογραφικό αντρόγυνο θα έκανε πολλές δουλειές παρέα, επηρεάζοντας ο ένας τη δουλειά του άλλου.


Πρώτος μεγάλος σταθμός στην καριέρα του ήταν το 1953, όταν πήρε μέρος στην ομαδική έκθεση «New Visions in Photography», που θα του φέρει μια πρώτη φήμη. Την ίδια χρονιά θα ξεκινήσει τη μακρά συνεργασία και φιλία του με τον επίσης εβραιογερμανό εμιγκρέ Henry Talbot, μετονομάζοντας το ατελιέ του σε «Helmut Newton-Henry Talbot». Το καλό όνομα που απέκτησε αυτή την περίοδο θα εξαργυρωθεί το 1956, όταν οι πρώτες του φωτογραφίες μόδας θα φιλοξενηθούν στο αυστραλιανό ένθετο της Βρετανικής Vogue. Η καινοτόμα ματιά του θα τον φέρει αμέσως στο Λονδίνο, με αποκλειστικό ετήσιο συμβόλαιο με τη Vogue Βρετανίας.


Ο ίδιος, πάντοτε τελειομανής, διέκοψε τη συνεργασία με το φημισμένο περιοδικό πριν το τέλος του συμβολαίου και μετακόμισε στο Παρίσι, όπου δούλεψε για λογαριασμό γαλλικών και γερμανικών περιοδικών μόδας. Επέστρεψε κάποια στιγμή στη Μελβούρνη, αν και η παγκόσμια φήμη του πια θα τον έφερνε για άλλη μια φορά στο Παρίσι (1961), παρά το συμβόλαιό του με την Αυστραλιανή Vogue. Στην Πόλη του Φωτός θα δουλέψει εκτεταμένα για τη Γαλλική Vogue και θα αναπτύξει το ιδιαίτερο φωτογραφικό λεξιλόγιό του με τα προκλητικά γυμνά του ενδεδυμένα μόνο με την αισθητική αρτιότητα του φακού του.


Περιζήτητος στα γαλλικά αρχικά αλλά αργότερα σε όλα τα περιοδικά μόδας του πλανήτη, η πρωτοποριακή ματιά του στη στουντιακή φωτογραφία δεν έγινε δεκτή χωρίς σφοδρές αντιδράσεις και βιτριολικές επικρίσεις. Κάποιοι θεωρούσαν τη δουλειά του πορνογραφία και μάλιστα σαδομαζοχιστική, με τα προχωρημένα εικαστικά κάδρα του να πυροδοτούν συχνά θύελλα αντιδράσεων.


Η εκκεντρικότητα των παραστάσεών του βρήκε όμως μια μεγάλη αγκαλιά στις διάφορες εκδόσεις της Vogue αλλά και σε πολλά ακόμα περιοδικά, από τα οποία ξεχωρίζουν τα Harper’s Bazaar, Vanity Fair, Nova, Queen, Marie-Claire, Elle, ακόμα και το Playboy.Ταυτοχρόνως, εκδίδει σε τακτά διαστήματα λευκώματα με τα δίμετρα γυμνά του («White Women», «Sleepless Nights» και «Big Nudes») και κάνει προσωπικές εκθέσεις φωτογραφίας. Είναι πλέον το βαρύ πυροβολικό στην επικράτεια της φωτογραφίας μόδας, ο άνθρωπος που απέδειξε περίτρανα ότι μπορείς να κάνεις τέχνη ακόμα και μέσα στην εμπορευματοποιημένη εφαρμοσμένη φωτογραφία.


Έχοντας αγγίξει καθεστώς μύθου πια, ο Χέλμουτ Νιούτον έφυγε από τη ζωή στις 23 Ιανουαρίου 2004 στο Λος Άντζελες, όταν υπέστη άλλο ένα καρδιακό επεισόδιο την ώρα που οδηγούσε το αυτοκίνητό του. Η Κάντιλακ προσέκρουσε στον τοίχο του περίφημου ξενοδοχείου της Sunset Boulevard «Chateau Marmont Hotel», όπου διέμενε εδώ και χρόνια. Η τέφρα του επέστρεψε στη γενέτειρά του το Βερολίνο και τοποθετήθηκε δίπλα στη γερμανίδα ντίβα Μάρλεν Ντίτριχ. Και κάτι ακόμα: ήταν αλήθεια ότι ο σπουδαιότερος φωτογράφος μόδας που πέρασε ποτέ από τη Γη έπασχε από αχρωματοψία! Τα έντονα κοντράστ των ασπρόμαυρων φωτογραφιών του και τα ζωηρότατα χρώματα της έγχρωμης δουλειάς του είχαν σαφώς να κάνουν με την ανωμαλία αυτή της όρασής του.